Niyazi Kızılyürek
(Ακολουθεί το ελληνικό κείμενο)
O yaz önce Kutlu Adalı öldürüldü. Ardından birbirini izleyen korkunç şiddet eylemleri 1996 yılının sarı-sıcak Ağustos ayının tarihe kapkara bir ay olarak geçmesine neden oldu.
O Ağustos ayında motosikletli Kıbrıslı Rumlar Derinya bölgesinde BM askerlerini atlatıp tampon bölgeye girdiler. Karşılarında duran asker, polis ve “tam teçhizatlı sivil kişilere” doğru yürümeye başladılar. İyice yaklaştıktan sonra koşarak geri dönerken tel örgülere takıldılar. Peşlerinden koşan sopalı adamlar Kıbrıslı Rumları öldüresiye dövüyorlardı.
Korkunç bir tabloydu. Tel örgülere bir tavşan gibi takılıp kaçamayan genç adam topuzlarla linç ediliyordu. Televizyonlar bu vahşet sahnesini canlı olarak yayınlıyordu.
Üç gün sonra Tasos İsak’ın cenaze töreni yapıldı. Derin bir sessizlik ve kara bir hüzün içinde geçen cenaze töreni dehşetengiz bir sahneyle son bulacaktı.
Tasos’un akrabalarından Solomos Solomos cenaze töreninden sonra kuzeye doğru hareket eden bir gruba katılarak tampon bölgenin kuzey ucuna ulaşmış, ağzında sigarayla Türk bayrağının dalgalandığı direğe tırmanıyordu. Televizyonlar yine canlı yayındaydı. Solomos tırmandığı direkten birdenbire aşağıya doğru kayarak yere yıkıldı. Genç adam, kuzeyden açılan ateşle kuş gibi avlanmıştı.
O yaz Kıbrıslı Rumların yaralarına tuz basılmıştı.
Derinya’daki “ölüm ayini” resmi makamlar tarafından örgütlenmişti. Kıbrıslı Rum protestoculara karşı önlem olsun diye adaya şiddet düşkünü “milliyetçi” gruplar taşınmıştı. 11 Ağustos günü Kıbrıs Türk Enformasyon Dairesi önünde toplanan gazeteciler önceden uyarılmıştı: “Bu özel bir gündür. Bugün her gördüğünüzü yazamaz, her gördüğünüzün fotoğrafını çekemezsiniz. Unutmayın, hepinizin isimleri bizde yazılıdır.” Gazeteciler bu sözlerin ne anlama geldiğini eylem bölgesine intikal edince anlayacaklardı. Ellerinde üç hilalli bayraklar, sopalar ve av tüfekleriyle ateşkes hattında dolaşanlara, “hayrola, av mı var” diye soran bir gazeteci, “bugün her türlü av serbesttir” yanıtını alacaktı.
En vahimi, Denktaş’ın, Tasos’un canice öldürülmesinden sonra “avdan” yorulanları sarayında ağırlaması ve serinlemeleri için onlara limonata ikram etmesi ve “Başbuğ Denktaş” naraları arasında basına yaptığı açıklamada “biz topraklarımızı size vermeyiz” demesiydi!
O yaz insan olarak vicdanım sızladı ve bir Kıbrıslı Türk olarak utandım. Çünkü, bu vahşeti yapanlar bütün Kıbrıslı Türkler adına hareket ettiklerini söylüyorlardı. Bu ülkede özür politikası olmadığını biliyorum. Fakat, Tasos öldüğünde kızı annesinin karnındaydı. Anastasia adıyla dünyaya gelen öksüz kızdan özür dilemek sanırım hepimizin borcudur.
Το καλοκαίρι που δολοφονήθηκαν ο Τάσος και ο Σολωμός ένιωσα μεγάλη ντροπή!
Νιαζί Κιζιλγιουρέκ
Εκείνο το καλοκαίρι, πρώτα δολοφονήθηκε ο Κουτλού Ανταλί. Στη συνέχεια, οι φρικτές πράξεις βίας που διαδέχονταν η μία την άλλη έκαναν τον καυτό, κιτρινισμένο Αύγουστο του 1996 να μείνει στην ιστορία ως ένας κατάμαυρος μήνας.
Εκείνον τον Αύγουστο, Ελληνοκύπριοι μοτοσικλετιστές στην περιοχή της Δερύνειας κατάφεραν να ξεφύγουν από τους στρατιώτες του ΟΗΕ και μπήκαν στη νεκρή ζώνη. Άρχισαν να προχωρούν προς τους στρατιώτες, τους αστυνομικούς και τους «πλήρως εξοπλισμένους πολίτες» που βρίσκονταν απέναντί τους.
Αφού πλησίασαν αρκετά, άρχισαν να τρέχουν προς τα πίσω, αλλά μπλέχτηκαν στα συρματοπλέγματα. Άνδρες με ρόπαλα που έτρεχαν πίσω τους χτυπούσαν τους Ελληνοκύπριους μέχρι θανάτου. Ήταν μια φρικιαστική εικόνα.
Ένας νεαρός άνδρας, που είχε μπλεχτεί στα συρματοπλέγματα και δεν μπορούσε να ξεφύγει, λιντσαριζόταν με ρόπαλα.
Οι τηλεοπτικοί σταθμοί μετέδιδαν ζωντανά αυτή τη σκηνή αγριότητας.
Τρεις ημέρες αργότερα έγινε η κηδεία του Τάσου Ισαάκ. Η κηδεία, που πραγματοποιήθηκε μέσα σε βαθιά σιωπή και μαύρη θλίψη, επρόκειτο να τελειώσει με μια τρομακτική σκηνή.
Ο Σολωμός Σολωμού, συγγενής του Τάσου, μετά την κηδεία ενώθηκε με μια ομάδα που κινήθηκε προς τον βορρά και έφτασε στο βόρειο άκρο της νεκρής ζώνης. Με ένα τσιγάρο στο στόμα, άρχισε να σκαρφαλώνει στον ιστό όπου κυμάτιζε η τουρκική σημαία.Οι τηλεοπτικοί σταθμοί μετέδιδαν και πάλι ζωντανά.
Ξαφνικά, ο Σολωμός γλίστρησε προς τα κάτω από τον ιστό στον οποίο είχε σκαρφαλώσει και σωριάστηκε στο έδαφος. Ο νεαρός άνδρας είχε πέσει νεκρός από πυρά που ανοίχθηκαν από τον βορρά, σαν πουλί που το πυροβολούν στο κυνήγι.
Εκείνο το καλοκαίρι έριξαν αλάτι στις πληγές των Ελληνοκυπρίων.
Η «τελετουργία θανάτου» στη Δερύνεια είχε οργανωθεί από τις επίσημες αρχές. Στο νησί είχαν μεταφερθεί βίαιες «εθνικιστικές» ομάδες ως μέτρο εναντίον των Ελληνοκύπριων διαδηλωτών.
Οι δημοσιογράφοι που συγκεντρώθηκαν στις 11 Αυγούστου μπροστά από το Τουρκοκυπριακό Γραφείο Πληροφοριών είχαν προειδοποιηθεί εκ των προτέρων:«Αυτή είναι μια ιδιαίτερη μέρα. Σήμερα δεν μπορείτε να γράψετε όλα όσα βλέπετε ούτε να φωτογραφίσετε όλα όσα βλέπετε. Μην ξεχνάτε ότι έχουμε καταγεγραμμένα τα ονόματα όλων σας».
Οι δημοσιογράφοι θα καταλάβαιναν τι ακριβώς σήμαιναν αυτά τα λόγια όταν έφταναν στην περιοχή των επεισοδίων. Ένας δημοσιογράφος, βλέποντας ανθρώπους να περιφέρονται κατά μήκος της γραμμής κατάπαυσης του πυρός κρατώντας σημαίες με τις τρεις ημισελήνους, ρόπαλα και κυνηγετικά όπλα, ρώτησε:-«Τι συμβαίνει, έχουμε κυνήγι;»-«
Σήμερα επιτρέπεται κάθε είδους κυνήγι», πήρε για απάντηση.
Το χειρότερο απ’ όλα ήταν ότι ο Ντενκτάς, μετά την άγρια δολοφονία του Τάσου Ισαάκ-, φιλοξένησε στο προεδρικό του μέγαρο όσους είχαν κουραστεί από το «κυνήγι», τους πρόσφερε λεμονάδα για να δροσιστούν και, μέσα σε συνθήματα «Μπασμπούγ Ντενκτάς» («Αρχηγέ Ντενκτάς»), δήλωσε με θράσος στον Τύπο:«Εμείς δεν θα σας δώσουμε τη γη μας!»
Εκείνο το καλοκαίρι, ως άνθρωπος πονούσε η συνείδησή μου και ως Τουρκοκύπριος ένιωσα ντροπή.
Γιατί οι δολοφόνοι ενεργούσαν στο όνομα όλων των Τουρκοκυπρίων.
Ξέρω καλά ότι σε αυτή τη χώρα δεν υπάρχει κουλτούρα απολογίας. Όμως, όταν σκοτώθηκε ο Τάσος Ισαάκ, η κόρη του βρισκόταν ακόμη στην κοιλιά της μητέρας της. Πιστεύω ότι είναι χρέος όλων μας να ζητήσουμε συγγνώμη – τουλάχιστον από το ορφανό κορίτσι που ήρθε στον κόσμο με το όνομα Αναστασία.




